Αγνοουμενoi


Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω πρόσφατα την εκπομπή «ΦΑΚΕΛΟΙ» από το MEGA, η οποία ασχολήθηκε με το πολύ ευαίσθητο θέμα των αγνοουμένων. Η εκπομπή καταλήγει, μετά από αρκετή έρευνα,  σε μια καλόπιστη πιθανολόγηση εκ μέρους των συντελεστών της, ότι εκτός από την περίπτωση του Χριστάκη Λοΐζου από το Παλαίκυθρο , ο οποίος το 1974 ήταν 5 χρονών και ο οποίος πιθανόν να ζει σήμερα, το πιο πιθανόν είναι ότι δεν υπάρχουν άλλοι ζώντες αγνοούμενοι.

Εύκολα λοιπόν θα μπορούσε να διερωτηθεί ο καθένας από εμάς: προς τι η επιμονή στο θέμα των αγνοουμένων αφού – κατά τα φαινόμενα- το πιο πιθανό ενδεχόμενο είναι ότι αυτοί δεν ζουν; Γιατί επιμένουμε να κρατούμε στην επιφάνεια ένα θέμα το οποίο μόνο μας πληγώνει;

Για να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, πρέπει να καθορίσουμε ποια είναι τα δικαιώματα που έχει ένας αγνοούμενος και οι συγγενείς του βάσει διεθνών προτύπων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ποιες οι υποχρεώσεις του υπεύθυνου κράτους και να δούμε τι προβλέπει για το ζήτημα η καθόλα δεσμευτική δικαστική απόφαση  του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Κύπρος εναντίον Τουρκίας.

Το ζήτημα των βίαιων εξαφανίσεων (enforced disappearances) δεν παρουσιάστηκε μόνο στην Κύπρο το 1974, αλλά κατά συρροήν σε κράτη της κεντρικής και νότιας Αμερικής (ας θυμηθούμε τη βραβευμένη ταινία «Ο αγνοούμενος» του Κώστα Γαβρά), καθώς και στην Τουρκία. Σύμφωνα με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα, τα οποία καθορίστηκαν σε αριθμό υποθέσεων που διερευνήθηκαν τόσο από ευρωπαϊκά όσο και από παναμερικανικά δικαστικά και οιονεί δικαστικά όργανα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, για να κλείσει ο φάκελος ενός αγνοουμένου, πρέπει να λογοδοτήσει το υπεύθυνο για την εξαφάνισή του κράτος, για την τύχη αυτού του προσώπου. Δηλαδή να αναφέρει εάν αυτό το πρόσωπο ζει ακόμη η εάν έχει πεθάνει. Εάν έχει πεθάνει, οφείλει το υπεύθυνο κράτος, να παραδώσει τη σωρό του στους συγγενείς του, να λογοδοτήσει για τις συνθήκες του θανάτου του και να προβεί στη δέουσα τιμωρία των υπευθύνων.

Σε σχέση με τους Κύπριους αγνοούμενους του 1974, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατέληξε στην υπόθεση Κύπρος εναντίον Τουρκίας, στα δικά του συμπεράσματα. Κατ’αρχήν, το Δικαστήριο έκρινε ότι η όποια δουλειά γίνεται από τη Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής. Κατά την εξέταση του κεφαλαίου των αγνοουμένων και των συγγενικών τους προσώπων, δεν δέχθηκε ότι η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους διεξάγει ικανοποιητική και επαρκή έρευνα, όπως τα ευρωπαϊκά πρότυπα ανθρωπίνων δικαιωμάτων προβλέπουν και δεν δέχθηκε ότι οι υποχρεώσεις της Τουρκίας στο θέμα των αγνοουμένων παραμερίζονται ή παραγράφονται λόγω της ύπαρξης αυτής της Επιτροπής. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο, η Επιτροπή αυτή είναι υπεύθυνη για την εξακρίβωση του αν κάποιος αγνοούμενος ζει ή όχι και δεν έχει εξουσία να προβαίνει σε ευρήματα που σχετίζονται με τις συνθήκες θανάτου και με τις τυχόν ευθύνες που προκύπτουν από τον εν λόγω θάνατο κάποιου προσώπου. Επιπλέον, οι έρευνες της Διερευνητικής Επιτροπής περιορίζονται σε κυπριακό έδαφος και δεν μπορούν να γίνουν έρευνες σε έδαφος της Τουρκίας. Τέλος, λόγω του ότι σε πολλά άτομα υπεύθυνα για παραβιάσεις της Σύμβασης είχε υπάρξει υπόσχεση ότι δεν θα τιμωρούνταν, ήταν -κατά το Δικαστήριο- αμφίβολο κατά πόσον οι έρευνες της Διερευνητικής Επιτροπής μπορούν να επεκταθούν σε Τούρκους αξιωματούχους και στρατιωτικούς στα κατεχόμενα.

Σύμφωνα λοιπόν με το Δικαστήριο, η Τουρκία βρέθηκε υπεύθυνη για συνεχιζόμενες παραβιάσεις βασικών άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τόσο όσον αφορά τους ίδιους τους αγνοούμενους, όσο και τους συγγενείς τους. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Τουρκία παραβιάζει το άρθρο 2 της Σύμβασης ( δικαίωμα ζωής) λόγω της παράλειψης των τουρκικών αρχών να διεξάγουν μία αποτελεσματική έρευνα για την τύχη ελληνοκύπριων αγνοουμένων που εξαφανίστηκαν κάτω από επικίνδυνες και θανάσιμα απειλητικές συνθήκες, το άρθρο 5 της Σύμβασης (δικαίωμα σε ελευθερία και ασφάλεια) λόγω του ότι δεν διεξάχθηκε έρευνα για την τύχη προσώπων που εξαφανίστηκαν ενόσω ήταν υπό κράτηση από τις τουρκικές αρχές και του άρθρου 3 της Σύμβασης (απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης) λόγω της απάνθρωπης μεταχείρισης στην οποία η σιωπή της Τουρκίας υποβάλλει τους συγγενείς των αγνοουμένων και λόγω των επιπτώσεων που είχε σε αυτά τα πρόσωπα η άρνηση της Τουρκίας να δώσει τις απαιτούμενες πληροφορίες.

Οπότε, είτε το θέλουμε είτε όχι, ο φάκελος «Αγνοούμενοι» δεν κλείνει, όχι γιατί εμείς δεν θέλουμε να κλείσει, αλλά γιατί η Τουρκία αρνείται πεισματικά να αναλάβει τις υποχρεώσεις της βάσει των διεθνών προτύπων και βάσει της απόφασης Κύπρος εναντίον Τουρκίας και αρνείται να λογοδοτήσει για την τύχη των προσώπων αυτών.

Βέβαια εδώ πρέπει να προβληματιστούμε ιδιαίτερα: προβαίνει η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας στις δέουσες ενέργειες για να πιέσει για την εφαρμογή αυτής της απόφασης προς όφελος των πολιτών της; Ή μήπως δυστυχώς, κατά χλιαρό και ευθυνόφοβο τρόπο αφήνει το όλο ζήτημα στο περιθώριο, αρκούμενη στην περιορισμένης εμβέλειας και εξουσιών δραστηριότητα της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοούμενους, την οποία οι κατά καιρούς κυβερνήσεις μας, λόγω αθεράπευτης ημιμάθειας και λόγω άκρατου πολιτικού συντηρητισμού, έχουν αποδεχτεί ως κυρίαρχη διαδικασία επίλυσης του ζητήματος των αγνοουμένων; Ας αναλογιστούμε αυτό το πολύ απλό ενδεχόμενο: αν όταν κρινόταν η έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων Τουρκίας – Ε.Ε., τίθετο από τη δική μας πλευρά, η λογοδοσία από την Τουρκία επί του καθαρά ανθρωπιστικού ζητήματος των αγνοουμένων μας ως σαφέστατη προϋπόθεση για τη συναίνεσή μας σε αυτή την έναρξη, θα υπήρχε ευρωπαϊκό κράτος το οποίο δεν θα έδειχνε κατανόηση σε μία τέτοια θέση;

Μήπως κάποιοι σε κάποια απομονωμένα και «ηχομονωμένα» κυβερνητικά και κομματικά γραφεία , δεν «κρούζουν» (καίγονται) όσο θα έπρεπε, για το ότι κάποιες εκατοντάδες οικογένειες ζουν ένα απερίγραπτο δράμα για περισσότερα από 30 χρόνια και μήπως αυτοί οι κάποιοι θεωρούν ότι το καθήκον τους προς αυτές τις οικογένειες εξαντλείται απλά σε ελάχιστες τυπικές και συμβολικές ενέργειες και διακηρύξεις; Μήπως τελικά το ατιμώρητο συνεχιζόμενο έγκλημα της Τουρκίας από το 1974, διαδέχτηκε ένα ακόμη έγκλημα, από δικής μας (επίσημης) πλευράς, δηλαδή αυτό της απραξίας;