Υποθεση Π. Κακουλλη
Η δολοφονία του άοπλου Πέτρου Κακουλλή από τα ανδρείκελα του Αττίλα το 1996 – λίγο καιρό μετά τις δολοφονίες των Τάσου Ισαάκ και Σολωμού Σολωμού το τραγικό καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς- χαράχτηκε έντονα στις μνήμες όλων μας.
Εννέα χρόνια μετά, την περασμένη Τρίτη (22 Νοεμβρίου 2005), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) στο Στρασβούργο, εξέδωσε την απόφασή του στην υπόθεση Κακουλλή εναντίον Τουρκίας.
Οι Αιτητές στην υπόθεση ήταν η χήρα και τα τέκνα του δολοφονηθέντος από τους στρατιώτες του Αττίλα, Πέτρου Κακουλλή. Οι Αιτητές είχαν καταχωρήσει προσφυγή εναντίον της Τουρκίας, παραπονούμενοι ανάμεσα σε άλλα, ότι είχε παραβιαστεί το Δικαίωμα στη Ζωή ( άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) του προσφιλούς τους σύζυγου και πατέρα, Πέτρου Κακουλλή.
Το άρθρο 2 της Σύμβασης έχει ως ακολούθως:
« 1. Τo δικαίωµα εκάστoυ πρoσώπoυ εις τηv ζωήv πρoστατεύεται υπό τoυ vόµoυ. Εις oυδέvα δύvαται vα επιβληθή εκ πρoθέσεως θάvατoς, ειµή εις εκτέλεσιv θαvατικής πoιvής εκδιδoµέvης υπό δικαστηρίoυ εv περιπτώσει αδικήµατoς τιµωρoυµέvoυ υπό τoυ vόµoυ δια της πoιvής ταύτης.
2. Ο θάvατoς δεv θεωρείται ως επιβαλλόµεvoς κατά παράβασιv τoυ άρθρoυ τoύτoυ, εις άς περιπτώσεις θα επήρχετo συvεπεία χρήσεως βίας καταστάσης απoλύτως αvαγκαίας:
α) δια τηv υπεράσπισιv oιoυδήπoτε πρoσώπoυ κατά παραvόµoυ βίας,
β) δια τηv πραγµατoπoίησιv voµίµoυ συλλήψεως ή πρoς παρεµπόδισιv
απoδράσεως πρoσώπoυ voµίµως κρατoυµέvoυ,
γ) δια τηv καταστoλήv, συµφώvως τω vόµω στάσεως ή αvταρσίας. «
Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η Τουρκία, μονίμως υπόλογη για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην κατεχόμενη από αυτήν περιοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβίασε το προαναφερόμενο άρθρο 2 της Σύμβασης για τους εξής δύο λόγους:
(α) οι πυροβολισμοί εναντίον του ήταν αδικαιολόγητοι και συνιστούσαν χρήση υπέρμετρης θανατηφόρας βίας
(β) δεν υπήρξε αποτελεσματική και αντικειμενική έρευνα από τις κατοχικές αρχές σε σχέση με τις συνθήκες του θανάτου του.
Στην απόφαση υπήρξαν και αρνητικά σημεία, όπως η μη διαπίστωση παραβίασης και άλλων άρθρων της Σύμβασης – π.χ. το άρθρο 14 (απαγόρευση διακριτικής μεταχείρισης με βάση τη φυλή, θρησκεία, κλπ)- τα οποία οι Αιτητές επικαλούνταν στην Προσφυγή τους, και η επικίνδυνη επιμονή του ΕΔΑΔ στη θεώρηση των λεγόμενων «θεραπειών» των κατεχομένων ως θεραπειών που θεωρούνται μεν αναποτελεσματικές, αλλά θα μπορούσαν, εάν καταστούν αποτελεσματικές, να θεωρηθούν νόμιμες. Επίσης πρέπει να λεχθεί ότι το ύψος των αποζημιώσεων, το οποίο υπολογίστηκε -όπως φαίνεται- σύμφωνα με παρόμοιες περιπτώσεις συγγενών δολοφονηθέντων και αγνοουμένων στην Τουρκία, υπήρξε αναλόγως χαμηλό.
Όμως υπήρξαν και σημαντικά θετικά στοιχεία, όπως το ότι μετά από καιρό εκδόθηκε απόφαση σχετική με την κατοχή, μία απόφαση με την οποία επαναβεβαιώνεται ότι τον έλεγχο των κατεχομένων δεν τον έχει η τουρκική κοινότητα της Κύπρου, αλλά η Τουρκία μέσω του κατοχικού της στρατού. Επιπλέον και αυτό μπορεί να κριθεί ως πολύ σημαντικό, αναθερμαίνονται οι προσδοκίες και η ελπίδα ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μετά από αδράνεια ετών, θα προχωρήσει σύντομα στην εξέταση και άλλων υποθέσεων που αφορούν και άλλες παραβιάσεις της κατοχικής Τουρκίας, όπως οι εκκρεμούσες υποθέσεις ιδιοκτητών περιουσίας και/ή εκτοπισμένων, υποθέσεις αγνοουμένων και συγγενών τους κ.α.
Βεβαίως, οφείλουμε και εμείς οι ίδιοι ( δηλαδή η κυβέρνηση και η πολιτική μας ηγεσία) να μην περνάμε στο διεθνή και ευρωπαϊκό χώρο το μήνυμα ότι είμαστε διατεθειμένοι να διαπραγματευτούμε και να θυσιάσουμε τα ανθρώπινά μας δικαιώματα. Επειδή ακριβώς τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι από τη φύση τους ατομικά και αναπαλλοτρίωτα και επειδή -όπως έχει λεχθεί από το ΕΔΑΔ στην υπόθεση Τιτίνας Λοϊζίδου-, η ύπαρξη των λεγόμενων δικοινοτικών διαπραγματεύσεων δεν μπορεί να οδηγήσει σε άρνηση και κατάλυση του ανθρώπινου δικαιώματος της ιδιοκτησίας (παρ.64 της απόφασης επί της ουσίας), είναι επιεικώς «εγκληματικό» το όποιο θετικό βήμα γίνεται στο ΕΔΑΔ αναφορικά με την αποκατάσταση των παραβιαζόμενων ανθρωπίνων δικαιωμάτων των Κυπρίων από την Τουρκία, να εξουδετερώνεται από την απαράδεκτη τακτική της εκάστοτε κυβέρνησής μας να θέτει υπό διαπραγμάτευση στοιχειώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Αυτή η τάση ημών των ιδίων να μη μένουμε σταθεροί στις διεκδικήσεις μας και να μη μένουμε προσηλωμένοι στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ τόσο σε ατομικές προσφυγές, όσο και στην 4η Διακρατική Κύπρος εναντίον Τουρκίας, όχι μόνο είναι απαράδεκτη και άκρως επιζήμια, αλλά ανάμεσα σε άλλα είναι και μία από τις αιτίες για τη μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση υποθέσεων που εκκρεμούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.