Προθεσμια 75 ημερων
Γενικές Αρχές
Απόσπασμα από την Αναθεωρητική Έφεση 2824 Ακίνητα Λούλλας Ιωνίδου Λτδ. ν. Εφόρου Φόρου Εισοδήματος, Απόφαση 15/11/2001
«Εχει νομολογηθεί ότι για να κινήσει την προθεσμία για την άσκηση προσφυγής η κοινοποίηση πρέπει να είναι πλήρης και η πράξη να είναι με τέτοιο τρόπο διατυπωμένη ώστε να προκύπτει σαφώς το περιεχόμενο της (Βλ. Pissas (No. 1) v. E.A.C. (1966) 3 C.L.R. 634, 638).»
Πλήρης είναι η γνώση η οποία επιτρέπει εις τον ενδιαφερόμενο να διαγνώσει με βεβαιότητα και ακρίβεια την υλική ή την ηθική ζημιά την οποία υφίσταται από τη δημοσιευόμενη ή κοινοποιούμενη πράξη (Βλ. Θ.Δ. Τσάτσου “Η Αίτησις Ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας”, σελ. 74, Aspri v. Republic (1979) 3 C.L.R. 490, 497, 498).
Στην Papaioannou v. Republic (1982) 3 Α.Α.Δ. 103, 108, 109, ο Πικής, Δ. – όπως ήταν τότε – υποδεικνύει πως από την επισκόπηση της σχετικής ελληνικής νομολογίας πηγάζουν οι πιο κάτω προτάσεις οι οποίες πρέπει να καθοδηγούν το δικαστήριο στο θέμα της προθεσμίας:
- Οσάκις ο Νόμος απαιτεί δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα τέτοια δημοσίευση είναι απαραίτητη για να θέσει σε κίνηση την προθεσμία σε σχέση με τρίτα πρόσωπα.
- Η γνωστοποίηση της απόφασης οσάκις προβλέπεται από το Νόμο δεν είναι ανάγκη να γίνεται με οποιοδήποτε επίσημο τύπο. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί οποιοσδήποτε τύπος νοουμένου ότι είναι αποτελεσματικός.
- Η γνωστοποίηση δεν είναι ανάγκη να επεκτείνεται στην κάθε λεπτομέρεια της απόφασης. Εφόσο ενημερώνει τον επηρεαζόμενο για το αποτέλεσμα και τη βάση της αιτιολογίας θα θεωρηθεί επαρκής παρά την απουσία ασήμαντων λεπτομερειών.
- Οσάκις ο Νόμος απαιτεί έγγραφη γνωστοποίηση η αποστολή της γνωστοποίησης δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της προθεσμίας. Η προθεσμία κινείται από την στιγμή που ο επηρεαζόμενος λαμβάνει γνώση της απόφασης. Ετσι αν η γνώση αποκτηθεί με άλλο τρόπο η προθεσμία αρχίζει να κινείται από τότε.
- Η γνώση η οποία απαιτείται για να θέσει σε κίνηση την προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 146.3 του Συντάγματος πρέπει να είναι αρκετά εκτεταμένη έτσι που να πληροφορεί τον επηρεαζόμενο διάδικο επαρκώς για τις επιπτώσεις της απόφασης επί της κατάστασης και θέσης του και να τον καθιστά ικανό να λάβει τα θεραπευτικά μέτρα που προσφέρονται από το Νόμο.
Στον Τσάτσο (πιο πάνω), σελ. 76-77, υποδεικνύεται ότι “προκειμένου περί δημοσιευόμενων ή κοινοποιούμενων πράξεων υφίσταται το εκ της δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως αμάχητον τεκμήριον της γνώσεως του δημοσιευομένου ή κοινοποιουμένου περιεχομένου, ως και του χρόνου της τοιαύτης γνώσεως”. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συγγραφέα, αυτό το αμάχητο τεκμήριο δεν είναι και τεκμήριο πληρότητας της γνώσης γιατί συνήθως εγείρει τα εξής ζητήματα: “Πρώτον, αν η δημοσίευση ή η κοινοποίηση γίνεται μόνο σε περίληψη, η δε περίληψη τυγχάνει ελλιπής, δεύτερον, αν το περιεχόμενο της προσδιορίζεται με απλή αναφορά σε ορισμένα στοιχεία μη γνωστά, μη δημοσιευόμενα και μη κοινοποιούμενα, και τρίτον, εάν η χρήσις των προδιαγεγραμμένων τύπων και η αιτιολογία της πράξεως προκύπτωσιν εκ του φακέλλου μόνον και παραμένωσι συνεπώς εις τον ενδιαφερόμενον και μετά την δημοσίευσιν ή κοινοποίησιν άγνωστα ή απλώς γνωστά, αλλ’ ουχί πλήρως”.
Η ορθή λύση των πιο πάνω ζητημάτων – συνεχίζει ο ευπαίδευτος συγγραφέας – είναι η υπαγωγή τους στο γενικό κανόνα του υπολογισμού της προθεσμίας από την ημέρα που ο ενδιαφερόμενος έλαβε γνώση του εκτελεστού περιεχομένου της πράξης και της ζημιάς την οποία υφίσταται, “ώστε επιμελούμενος του ιδίου συμφέροντος να λάβει γνώσιν και των στοιχείων των απαραιτήτων και των ειδικώς εκάστοτε δυνάμενων να χρησιμοποιηθώσιν, ίνα θεμελιώσει ούτος την κατά της ζημιούσης αυτόν πράξεως αίτησιν ακυρώσεως”. Αν η δημοσίευση ή κοινοποίηση γίνεται μόνο σε περίληψη και η περίληψη τυγχάνει ελλιπής τόσο, ώστε να μη προκύπτει σαφώς και με βεβαιότητα η ζημιά που επέρχεται με τη δημοσιευόμενη ή κοινοποιούμενη πράξη, η γνώση από μια τέτοια δημοσίευση ή κοινοποίηση δεν είναι πλήρης.
Ο ευπαίδευτος συγγραφέας κάμνει διάκριση ανάμεσα στην περίπτωση όπου ορισμένα στοιχεία είναι προσιτά στον ενδιαφερόμενο αν καταβάλει την οφειλόμενη επιμέλεια ανάλογα με τις περιστάσεις και την περίπτωση όπου τα στοιχεία είναι απρόσιτα στον ενδιαφερόμενο ακόμη και αν καταβάλει την οφειλόμενη επιμέλεια. Στην πρώτη περίπτωση η γνώση είναι πλήρης “υπό την προϋπόθεσιν όμως, εάν πρόκειται περί δημοσιεύσεως, ότι προκύπτει εκ ταύτης σαφώς το ζημιογόνον αποτέλεσμα του περιεχομένου ως προς τον ενδιαφερόμενον. Εις την δευτέραν περίπτωσιν η γνώσις εκ της δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως είναι ελλιπής” (Βλ. και L΄ Union Nationale (Tourism & Sea Resorts) Ltd και ‘Αλλων ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας, Α.Ε. 2206 κ.α./29.6.98 στην οποία έχουν υιοθετηθεί τα νομολογηθέντα στην Papaioannou (πιο πάνω) και οι πιο πάνω θέσεις του Θ.Δ. Τσάτσου).
‘Εχουμε εξετάσει προσεκτικά το περιεχόμενο της επίδικης επιστολής. Θεωρούμε ότι το περιεχόμενο της δίνει σαφώς και με βεβαιότητα το αποτέλεσμα ως προς την εφεσείουσα. ‘Ηταν αρκετά «εκτεταμένο έτσι που να πληροφορεί την εφεσείουσα επαρκώς για τις επιπτώσεις της απόφασης επί της καταστάσης και θέσης της και να την καθιστά ικανή να λάβει τα θεραπευτικά μέτρα που προσφέρονται από το Νόμο».
‘Εχουμε περαιτέρω την άποψη πως η εφεσείουσα θα μπορούσε, με την καταβολή της οφειλόμενης επιμέλειας και επιμελούμενη των δικών της συμφερόντων, να αποταθεί στον ‘Εφορο και να λάβει γνώση οποιωνδήποτε περαιτέρω στοιχείων σχετιζόμενων με την απόφαση. Ακολουθεί πως το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 9.6.93 ήταν ικανό για να κινήσει την προθεσμία.»
Απόσπασμα από την Υπόθεση Αρ. 657/2005, ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΤΑΜΙΤΗΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ, Απόφαση 15 Ιουνίου 2007:
«Σύμφωνα με νομολογία, η προθεσμία των 75 ημερών που προβλέπεται από το προαναφερθέν άρθρο του Συντάγματος μέσα στην οποία θα πρέπει να ασκείται μια προσφυγή, αρχίζει από την ημερομηνία εκείνη κατά την οποία ο αιτητής έλαβε πλήρη γνώση αυτής με την έννοια να έχει ικανοποιητικά στοιχεία για να την προσβάλει. Για την έναρξη της προθεσμίας δε χρειάζεται να υπάρχει και η αιτιολογία της απόφασης (βλ. Moran v. Republic 1 R.S.C.C. 10, Plousiou v. Central Bank (1982) 3 C.L.R. 1382, Γεωργίου ν. Δήμος Λάρνακας (1998) 3 Α.Α.Δ. 197 και Ανδρέας Χρίστου ν. Δημοκρατίας, Υποθ. αρ. 183/03, ημερ. 22/10/04).»
Πέραν των πιο πάνω στην τελευταία πιο πάνω υπόθεση, σελ. 4, αναφέρονται τα εξής:
«Η γνώση τεκμαίρεται ότι υπάρχει όταν ο διοικούμενος έχει γνώση των στοιχείων που επηρεάζουν την θέση του. (Papaioannou v. Republic (1982) 3 C.L.R. 103, 108) ενώ σε περίπτωση αμφιβολίας κατά πόσο ο αιτητής έλαβε γνώση ή ως προς την επάρκεια της ειδοποίησης, η αμφιβολία ενεργεί υπέρ του διοικούμενου»